Καρόλου Ντήλ 3, Θεσσαλονίκη
+30 2310 222540

Διαγνωστική μαστού

Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία σαφώς και μπορούν να αποδειχθούν σωτήριες για μία γυναίκα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, ασπίδα προστασίας αποτελεί ο συστηματικός προσυμπτωματικός έλεγχος, ο οποίος μειώνει κατά 30% τη θνητότητα από τον καρκίνο του μαστού, που σημαίνει ότι μία στις τρεις γυναίκες μπορεί να σωθεί.
Ειδικότερα, για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού θα πρέπει να γίνεται ψηλάφηση, κλινική εξέταση, μαστογραφία και υπερηχογράφημα. Περιλαμβάνει ανά ηλικία:

  • Εξέταση και αξιολόγηση από μαστολόγο κάθε 2ετία τουλάχιστον, για τις ηλικίες 20-30ετών ακόμη και για τις περιπτώσεις που δεν αντιμετωπίζουν κάποιο εμφανές πρόβλημα. Μετά την ηλικία των 30 χρόνων, πρέπει να ελέγχονται κάθε χρόνο ακόμη και εάν έχουν υποβληθεί σε μαστογραφία που δεν έδειξε κανένα ανησυχητικό εύρημα. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για τις γυναίκες υψηλού κινδύνου όπου απαιτείται συχνότερος έλεγχος. Ο μαστός είναι ένα ιδιαίτερα σύνθετο και δύσκολο, διαγνωστικά, μέρος του σώματος και υπάρχει ένα 8-10% περιπτώσεων καρκίνου του μαστού, που για διαφόρους λόγους, δεν απεικονίζονται στη μαστογραφία. Μπορεί να εντοπιστεί σε συνδυασμό μαστογραφίας και ψηλάφησης, σε ποσοστό άνω του 95%. Γι΄ αυτό, η ετήσια ψηλάφηση, η λήψη ιστορικού και εκτίμηση της μαστογραφίας, ή του υπερηχογραφήματος, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ο μαστός είναι πυκνός, είναι αντικείμενο ενός έμπειρου μαστολόγου.
  • Μαστογραφία: Η μαστογραφία συνιστάται να γίνεται μία φορά κάθε ένα με δύο χρόνια στις ηλικίες 40 – 50 ετών και μία φορά το χρόνο μετά τα 50. Σε ορισμένες περιπτώσεις γυναικών, όπως εκείνες με οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του μαστού ή κρούσματος οποιουδήποτε καρκίνου σε δύο γενιές, σε γυναίκες που σε νεαρή ηλικία είχαν υποβληθεί σε χημειοθεραπεία για άλλο καρκίνο, π.χ. για λέμφωμα Hodgkin ή είναι θετικές στα γονίδια BRCA1 και BRCA2, συνιστάται μαστογραφία πριν από την ηλικία των 40. Να τονιστεί ότι η μαστογραφία από μόνη της, μείωσε τη θνησιμότητα του καρκίνου του μαστού κατά 30%, ανιχνεύοντας πιο νωρίς τους καρκίνους, ενώ ο κίνδυνος από την ακτινοβολία της μαστογραφίας είναι ασήμαντος, σε σχέση με το όφελος που προκύπτει.
  • Υπερηχογράφημα μαστού: Είναι η καταλληλότερη εξέταση σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς και διενεργείται από τον κ. Καραπαναγιώτη στο ιατρείο του, συγχρόνως με την ψηλάφηση και την  ανάγνωση της μαστογραφίας, παρέχοντας την ευχέρεια στον ιατρό και στην ασθενή –χωρίς να μετακινηθεί – να προβαίνει σε διαγνωστική παρακέντηση βλαβών με ταυτόχρονη λήψη βιοψίας με βελόνη, ανώδυνα και αναίμακτα.
  • Μαγνητική τομογραφία: Σε περιπτώσεις όπου λόγω ευρημάτων  κριθεί αναγκαίο, συνιστάται συμπληρωματικά, η διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας. Θεωρείται χρήσιμη όταν πρόκειται για πυκνούς μαστούς, όταν πρόκειται για όγκους προχωρημένου σταδίου καθώς και όταν πρόκειται για διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα όπως και για την μετεγχειρητική  παρακολούθηση γυναικών με ατυπίες και επασβεστώσεις. Από τα ευρήματα που θα δώσει αυτή η εξέταση, μπορεί να προκύψει τροποποίηση της θεραπείας από συντηρητική σε ριζική μαστεκτομή, ενώ σε περιπτώσεις ψευδών ευρημάτων (που είναι πάντα πιθανόν να δώσει μια έστω και ποιοτική ψηφιακή μαστογραφία), αποφεύγεται μια αναίτια στερεοτακτική βιοψία, ή μια άχρηστη χειρουργική επέμβαση.
  • Ψηφιακή Τομοσύνθεση: Είναι μια τρισδιάστατη απεικόνιση, στην οποία λαμβάνονται πολλαπλές τομές του ενός χιλιοστού από διαφορετικές γωνίες μετά από σύντομη σάρωση σταθερά συμπιεσμένου μαστού. Μετά, οι εικόνες αυτές ανασκευάζονται και έτσι μπορεί ο ακτινολόγος με αυτή τη μέθοδο να διευκρινίσει απεικονιστικά προβλήματα ή να εντοπίσει βλάβες που δεν φαίνονται στην απλή ψηφιακή μαστογραφία. Σύμφωνα με το FDA (Αμερικανικός Οργανισμός Φαρμάκων) η τομοσύνθεση συμπληρώνει την ψηφιακή μαστογραφία για καλύτερα αποτελέσματα στη διάγνωση. Έχει απόλυτη ένδειξη σε γυναίκες που έχουν πυκνούς μαστούς.
  • Σε γυναίκες υψηλού κινδύνου, ο μαστολόγος μπορεί να συστήσει πιο συχνούς ελέγχους ή κάποιο γονιδιακό έλεγχο για καρκίνο μαστού ή μαστού και ωοθηκών (σε περιπτώσεις οικογενειακού ιστορικού καρκίνου μαστού με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά) και η αντίστοιχη στενή παρακολούθηση ή προφυλακτική αντιμετώπιση. Επίσης, εάν διαπιστώσει κάποια ύποπτη βλάβη θα συστήσει την περιοδικότητα της απαιτούμενης επανεξέτασης, τον έλεγχο με άλλη τεχνική ή θα προχωρήσει σε  βιοψία, όπου υπάρχει ένδειξη, προκειμένου να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα.